κανατούλα
•
- υποκοριστικό του κανάτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανατούλα < κανάτα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανατούλα | κανατούλες |
| Γενική | κανατούλας | — |
| Αιτιατική | κανατούλα | κανατούλες |
| Κλητική | κανατούλα | κανατούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →