κανείς
•
- με αρνητική πρότασηούτε ένας Βικιλεξικό
- Τελικά κανείς δεν φταίει.
- Δεν υπάρχει κανένας λόγος για ανησυχία.
- αόριστη αντωνυμίακάποιος Βικιλεξικό
- Φέρε κανέναν υδραυλικό να το φτιάξει.
- προφορικόδηλώνει απαξίωση Βικιλεξικό
- Δεν είναι και κανά ασήμαντο πρόσωπο.
- περίπου Βικιλεξικό
- Θέλει καμιά ώρα μέχρι να τελειώσει.
- Θα έρθει σε κάνα μισάωρο.
Ετυμολογία
κανείς < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κανείς, κανένας, κιανείς.
Άλλοι τύποι
αρσενικόθηλυκόκαμίακαμία, καμιάκαμίαν, καμιάνκαμίας, καμιάςκαμιάκαμιανού2,4, καμμιανού2,3,4κανενού2,καμμία3, καμμιά3καμιανή2, καμμιανή2,καμμίαν3, καμμιάνκαμμίας3, καμμιάς3καμιανής2, καμμιανής2,κανά1, κάνακανάς1,2, κάνας1,κανένακανέναν, κανένακανέναςκανείς, κανέναςκανείς/κανενού2,κανενόςουδέτερο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →