Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανιβαλισμός

/ka.ni.va.liˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ανθρωποφαγία, μια τελετουργία διαδεδομένη στις πρωτόγονες φυλές, με σκοπό να αποκτηθούν οι ιδιότητες του νεκρού, να αποκτηθούν μαγικές δυνάμεις και να διατηρηθεί η ενότητα, όταν ο νεκρός ανήκε στην ίδια φυλή, αλλά και να υπάρξει εκδίκηση και οικειοποίηση ξένων ιδιοτήτων, όταν ο νεκρός ανήκε σε ξένη φυλή Βικιλεξικό
  2. βιολογίαη επίθεση ενός ζώου σε άτομα του είδους του, όταν, στη συνέχεια, τα κατατρώει Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αγριότητα, απανθρωπιά κι έλλειψη σεβασμού προς τον άνθρωπο Βικιλεξικό
  4. διάλυση συσκευών Βικιλεξικό
    • κανιβαλισμός μεταχειρισμένων αυτοκινήτων

Ετυμολογία

κανιβαλισμός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cannibalism :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1883

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανιβαλισμόςκανιβαλισμοί
Γενικήκανιβαλισμούκανιβαλισμών
Αιτιατικήκανιβαλισμόκανιβαλισμούς
Κλητικήκανιβαλισμέκανιβαλισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →