κανιβαλισμός
•
- η ανθρωποφαγία, μια τελετουργία διαδεδομένη στις πρωτόγονες φυλές, με σκοπό να αποκτηθούν οι ιδιότητες του νεκρού, να αποκτηθούν μαγικές δυνάμεις και να διατηρηθεί η ενότητα, όταν ο νεκρός ανήκε στην ίδια φυλή, αλλά και να υπάρξει εκδίκηση και οικειοποίηση ξένων ιδιοτήτων, όταν ο νεκρός ανήκε σε ξένη φυλή Βικιλεξικό
- βιολογίαη επίθεση ενός ζώου σε άτομα του είδους του, όταν, στη συνέχεια, τα κατατρώει Βικιλεξικό
- μεταφορικάη συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από αγριότητα, απανθρωπιά κι έλλειψη σεβασμού προς τον άνθρωπο Βικιλεξικό
- διάλυση συσκευών Βικιλεξικό
- κανιβαλισμός μεταχειρισμένων αυτοκινήτων
Ετυμολογία
κανιβαλισμός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cannibalism :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1883
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανιβαλισμός | κανιβαλισμοί |
| Γενική | κανιβαλισμού | κανιβαλισμών |
| Αιτιατική | κανιβαλισμό | κανιβαλισμούς |
| Κλητική | κανιβαλισμέ | κανιβαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →