κανναβάτσο
•
- χοντρό ύφασμα, φτιαγμένο από ίνες κάνναβης (καθώς και λιναριού, βαμβακιού κ.ά.), με το οποίο παρασκευάζονται σακιά, πανιά κ.ά. Βικιλεξικό
- το δάπεδο ενός ρινγκ πυγμαχίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανναβάτσο < μεσαιωνική ελληνική καναβάτσον < ιταλική canavaccio < λατινική cannabis / canapa < αρχαία ελληνική κάνναβις (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανναβάτσο | κανναβάτσα |
| Γενική | κανναβάτσου | κανναβάτσων |
| Αιτιατική | κανναβάτσο | κανναβάτσα |
| Κλητική | κανναβάτσο | κανναβάτσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →