κανονάκι
•
- μικρό κανόνι Βικιλεξικό
- μουσικό όργανοέγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, σε σχήμα τραπεζίου, που παίζεται με τα δάχτυλα· μοιάζει με το σαντούρι, μόνο που εκείνο παίζεται με δύο λεπτές ράβδους Βικιλεξικό
- επιπλέον "ζωή" στα ηλεκτρονικά παιχνίδια ("πήρα (το) κανονάκι") εμφανίστηκε ως αδόκιμος όρος στα ηλεκτρονικά με κερματοδέκτες, και στη συνέχεια "πέρασε" και στους η/υ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανονάκι < υποκοριστικό του κανόνι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανονάκι | κανονάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κανονάκι | κανονάκια |
| Κλητική | κανονάκι | κανονάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →