Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανονάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό κανόνι Βικιλεξικό
  2. μουσικό όργανοέγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, σε σχήμα τραπεζίου, που παίζεται με τα δάχτυλα· μοιάζει με το σαντούρι, μόνο που εκείνο παίζεται με δύο λεπτές ράβδους Βικιλεξικό
  3. επιπλέον "ζωή" στα ηλεκτρονικά παιχνίδια ("πήρα (το) κανονάκι") εμφανίστηκε ως αδόκιμος όρος στα ηλεκτρονικά με κερματοδέκτες, και στη συνέχεια "πέρασε" και στους η/υ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανονάκι < υποκοριστικό του κανόνι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανονάκικανονάκια
Γενική——
Αιτιατικήκανονάκικανονάκια
Κλητικήκανονάκικανονάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →