κανονάρχημα
•
- το αποτέλεσμα του κανοναρχώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανονάρχημα < κανοναρχώ + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανονάρχημα | κανοναρχήματα |
| Γενική | κανοναρχήματος | κανοναρχημάτων |
| Αιτιατική | κανονάρχημα | κανοναρχήματα |
| Κλητική | κανονάρχημα | κανοναρχήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →