κανονίζομαι
•
- προγραμματίζομαι από κάποιον Βικιλεξικό
- η συνάντηση κανονίστηκε για την άλλη βδομάδα
- παίρνω όλα τα μέτρα ώστε να εκτελέσω κάποια υποχρέωσή μου, προσέχω, κανονίζω Βικιλεξικό
- Μ' έχεις στήσει τόσες φορές. Κανονίσου να μην ξανασυμβεί
Ετυμολογία
κανονίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος κανονίζω
Άλλοι τύποι
κανονίστηκακανονιζόμουνκανονισμένοςκανονιστώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →