κανονίζω
•
- προγραμματίζω μια μελλοντική ενέργεια, συχνά μαζί με άλλους Βικιλεξικό
- πότε θα κανονίσουμε να βρεθούμε;
- τιμωρώ ή συνετίζω κάποιον Βικιλεξικό
- θα τον κανονίσω εγώ που τόλμησε να μου μιλήσει έτσι
Ετυμολογία
κανονίζω < κανόνας + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κανονίζω | κανονίζεις | κανονίζει | κανονίζουμε | κανονίζετε | κανονίζουν / κανονίζουνε |
| Παρατατικός | κανόνιζα | κανόνιζες | κανόνιζε | κανονίζαμε | κανονίζατε | κανονίζαν / κανονίζανε / κανόνιζαν |
| Αόριστος | κανόνισα | κανόνισες | κανόνισε | κανονίσαμε | κανονίσατε | κανονίσαν / κανονίσανε / κανόνισαν |
| Μέλλοντας | θα κανονίζω / θα κανονίσω | θα κανονίζεις / θα κανονίσεις | θα κανονίζει / θα κανονίσει | θα κανονίζουμε / θα κανονίσουμε | θα κανονίζετε / θα κανονίσετε | θα κανονίζουν / θα κανονίζουνε / θα κανονίσουν / θα κανονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κανονίσει | έχεις κανονίσει | έχει κανονίσει | έχουμε κανονίσει | έχετε κανονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κανονίσει | είχες κανονίσει | είχε κανονίσει | είχαμε κανονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κανονίσει / να κανονίζω / να κανονίσω | να έχεις κανονίσει / να κανονίζεις / να κανονίσεις | να έχει κανονίσει / να κανονίζει / να κανονίσει | να έχουμε κανονίσει / να κανονίζουμε / να κανονίσουμε | να έχετε κανονίσει / να κανονίζετε / να κανονίσετε | να κανονίζουν / να κανονίζουνε / να κανονίσουν / να κανονίσουνε |
| Προστακτική | — | κανόνιζε / κανόνισε | — | — | κανονίζετε / κανονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →