κανονικοποίηση
•
- η διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται περισσότερο κανονικό, υπακούοντας σε κάποιους κανόνες Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνη διαδικασία της κατάτμησης των δεδομένων σε ομάδες εγγραφών (πίνακες), ώστε να γίνει η διαχείρισή τους ευκολότερη, πιο αξιόπιστη και να μην υπάρχει πλεονασμός δεδομένων Βικιλεξικό
- στα τελευταία στάδια της κανονικοποίησης των οντοτήτων καταλήγουμε πάντα σε σχέσεις πολλά προς ένα
Ετυμολογία
κανονικοποίηση < κανονικοποιώ, κανονικοποιη- + -ση, απόδοση για τη γαλλική normalisation ή από την αγγλική nomalsation / normalization. Μορφολογικά αναλύεται σε κανονικ(ός) + -ο- + -ποίηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανονικοποίηση | κανονικοποιήσεις |
| Γενική | κανονικοποίησης | κανονικοποιήσεων |
| Αιτιατική | κανονικοποίηση | κανονικοποιήσεις |
| Κλητική | κανονικοποίηση | κανονικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →