Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανονικοποίηση

/ka.no.ni.koˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται περισσότερο κανονικό, υπακούοντας σε κάποιους κανόνες Βικιλεξικό
  2. βάσεις δεδομένωνη διαδικασία της κατάτμησης των δεδομένων σε ομάδες εγγραφών (πίνακες), ώστε να γίνει η διαχείρισή τους ευκολότερη, πιο αξιόπιστη και να μην υπάρχει πλεονασμός δεδομένων Βικιλεξικό
    • στα τελευταία στάδια της κανονικοποίησης των οντοτήτων καταλήγουμε πάντα σε σχέσεις πολλά προς ένα

Ετυμολογία

κανονικοποίηση < κανονικοποιώ, κανονικοποιη- + -ση, απόδοση για τη γαλλική normalisation ή από την αγγλική nomalsation / normalization. Μορφολογικά αναλύεται σε κανονικ(ός) + -ο- + -ποίηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανονικοποίησηκανονικοποιήσεις
Γενικήκανονικοποίησηςκανονικοποιήσεων
Αιτιατικήκανονικοποίησηκανονικοποιήσεις
Κλητικήκανονικοποίησηκανονικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →