κανονικώς
•
- παρωχημένοκανονικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανονικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κανονικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε κανονικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
κανονικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κανονικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε κανονικ(ός) + -ώς.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →