καντάτα
•
- μουσικήχορωδιακό έργο, που συνήθως συνοδεύεται από ορχήστρα και (συνήθως) έχει θρησκευτικό θέμα ή περιεχόμενο (ιστορικά ευδοκιμεί στην Ιταλία κατά τους 17^ο και 18^ο αιώνες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καντάτα < (λόγιο δάνειο) ιταλική cantata < λατινική cantata, θηλυκό του cantatus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος canto < θαμιστικό του cano (τραγουδώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καντάτα | καντάτες |
| Γενική | καντάτας | καντατών |
| Αιτιατική | καντάτα | καντάτες |
| Κλητική | καντάτα | καντάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →