κανταδόρικος
•
- μουσικήπου έχει σχέση με τον κανταδόρο ή την καντάδα ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
- Η πρώτη κρούση των Χειμερινών Κολυμβητών στη δισκογραφία έγινε τα τέλη του 1974, αλλά η πόρτα έμεινε κλειστή. Πολύ κανταδόρικος ο ήχος, τους είπαν. Εντελώς εκτός κλίματος εποχής (που ήθελε μεγάλες συναυλίες και επαναστατικά άσματα). (* εφημερίδα Τα Νέα)
Ετυμολογία
κανταδόρικος < κανταδόρ(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κανταδόρικος | κανταδόρικη | κανταδόρικο |
| Γενική | κανταδόρικου | κανταδόρικης | κανταδόρικου |
| Αιτιατική | κανταδόρικο | κανταδόρικη | κανταδόρικο |
| Κλητική | κανταδόρικε | κανταδόρικη | κανταδόρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κανταδόρικοι | κανταδόρικες | κανταδόρικα |
| Γενική | κανταδόρικων | κανταδόρικων | κανταδόρικων |
| Αιτιατική | κανταδόρικους | κανταδόρικες | κανταδόρικα |
| Κλητική | κανταδόρικοι | κανταδόρικες | κανταδόρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →