Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανταδόρος

/kan.daˈðo.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός που τραγουδάει καντάδες Βικιλεξικό
    • Νὰ σοῦ χαλοῦν τὸν ὕπνο σου οἱ κανταδόροι, / Τ’ αὐτιά σου ξελαρύγγωτοι ἐδὼ τενόροι·

Ετυμολογία

κανταδόρος < (άμεσο δάνειο) βενετική cantador + -ος < λατινική canto, θαμιστικό του cano < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *keh₂n- (τραγουδώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανταδόροςκανταδόροι
Γενικήκανταδόρουκανταδόρων
Αιτιατικήκανταδόροκανταδόρους
Κλητικήκανταδόρεκανταδόροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →