κανταριστής
•
- σπάνιο, συνώνυμο του κανταρτζής Βικιλεξικό
- Οι κανταρτζήδες ή κανταριστές ήταν οι άνθρωποι που ζύγιζαν με το καντάρι οτιδήποτε, αλλά κυρίως αγροτικά προϊόντα: κοφίνια με πεπόνια ή ντομάτες, δέματα καπνού (τέγκια), τσουβάλια με δημητριακά και άλλα πολλά.
Ετυμολογία
κανταριστής < καντάρ(ι) + -ιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανταριστής | κανταριστές |
| Γενική | κανταριστή | κανταριστών |
| Αιτιατική | κανταριστή | κανταριστές |
| Κλητική | κανταριστή | κανταριστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →