καντηλήθρα
•
- μικρό εξάρτημα, το οποίο έχει τη δυνατότητα να επιπλέει στο λάδι, με τρύπα στη μέση στην οποία τοποθετούνται τα λουμίνια για να ανάβει το καντήλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καντηλήθρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καντηλήθρα | καντηλήθρες |
| Γενική | καντηλήθρας | — |
| Αιτιατική | καντηλήθρα | καντηλήθρες |
| Κλητική | καντηλήθρα | καντηλήθρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →