καντηλανάφτης
•
- αυτός που ανάβει τα καντήλια σε ναό Βικιλεξικό
- επάγγελμαο νεωκόρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καντηλανάφτης < καντήλ(α) / [[καντήλι|[καντήλ(ι)]] + αναπ- (ανάβω) + -της, με μετατροπή του [pt] σε ft
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καντηλανάφτης | καντηλανάφτες |
| Γενική | καντηλανάφτη | καντηλαναφτών |
| Αιτιατική | καντηλανάφτη | καντηλανάφτες |
| Κλητική | καντηλανάφτη | καντηλανάφτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →