καντούνι
•
- κυπριακάη στροφή, η καμπή του δρόμου Βικιλεξικό
- επτανησιακά ιδιώματαστενός δρόμος, σοκάκι Βικιλεξικό
- Κέρκυρα Κέρκυρα με το Ποντικονήσι / Με τα καντούνια τα στενά, που τα 'χω σεργιανίσει (Κέρκυρα Κέρκυρα, στίχοι: Αλέκος Σακελλάριος, μουσική: Γιώργος Κατσαρός, πρώτη εκτέλεση: Ρένα Βλαχοπούλου, 1972)
Ετυμολογία
καντούνι < μεσαιωνική ελληνική καντούνι < βενετική canton + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καντούνι | καντούνια |
| Γενική | καντουνιού | καντουνιών |
| Αιτιατική | καντούνι | καντούνια |
| Κλητική | καντούνι | καντούνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →