καντράν
•
- επιφάνεια με διάφορες ενδείξεις, πίνακας με διάφορα όργανα μέτρησης (π.χ. δίπλα στο τιμόνι κάποιου οχήματος) Βικιλεξικό
- τοξόβαθμο· το κοινό τοξοειδώς βαθμονομημένο καντράν
- ο δίσκος ή πίνακας (πληκτρολόγιο) με τους αριθμούς πραγματοποίησης κλήσης σε κάποια τηλεφωνική συσκευή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καντράν < (άμεσο δάνειο) γαλλική cadran < λατινική quadrans < quattuor < πρωτοϊταλική *kʷettwōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷetwṓr < *kʷetwóres
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →