κανόνι
•
- στρατιωτικός όροςπολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση Βικιλεξικό
- μεταφορικά, εντός της φράσης «... είναι κανόνι»: σχήμα υπερβολής που δηλώνει, αναφερόμενο σε κάτι, κάποια ή κάποιον, ότι εμφανίζει κάποια θετική ιδιότητα (π.χ. είναι πολύ καλό, αξιόπιστο, αξιόλογο, χρήσιμο κλπ.) στον υπερθετικό βαθμό Βικιλεξικό
- μεταφορικά, εντός της φράσης «βαράω κανόνι» (=χρεοκοπώ): χρεωκοπία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κανόνι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κανόνι | κανόνια |
| Γενική | κανονιού | κανονιών |
| Αιτιατική | κανόνι | κανόνια |
| Κλητική | κανόνι | κανόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →