Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κανόνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. στρατιωτικός όροςπολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά, εντός της φράσης «... είναι κανόνι»: σχήμα υπερβολής που δηλώνει, αναφερόμενο σε κάτι, κάποια ή κάποιον, ότι εμφανίζει κάποια θετική ιδιότητα (π.χ. είναι πολύ καλό, αξιόπιστο, αξιόλογο, χρήσιμο κλπ.) στον υπερθετικό βαθμό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικά, εντός της φράσης «βαράω κανόνι» (=χρεοκοπώ): χρεωκοπία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κανόνι < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκανόνικανόνια
Γενικήκανονιούκανονιών
Αιτιατικήκανόνικανόνια
Κλητικήκανόνικανόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →