καουτσούκ
•
- ελαστικό υλικό που παράγεται από τον χυμό (λατέξ) του καουτσουκόδεντρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καουτσούκ < (ορθογραφικό δάνειο) γαλλική caoutchouc, προφορά: [ka.uˈtʃu] < ισπανική caucho < πιθανώς κέτσουα k’awchu, ή πιο πιθανά από άλλη αυτόχθονη γλώσσα του Περού, η οποία δεν είναι βέβαιη, διότι στην κέτσουα η μορφή τότε ήταν wékke.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →