Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπάρωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η απόδοση κάποιου χρηματικού ποσού σαν προκαταβολή και ταυτόχρονα σαν εγγύηση ότι ο αγοραστής θα προχωρήσει στην αγορά κάποιου αντικειμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπάρωμα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπάρωμακαπαρώματα
Γενικήκαπαρώματοςκαπαρωμάτων
Αιτιατικήκαπάρωμακαπαρώματα
Κλητικήκαπάρωμακαπαρώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →