καπάρωμα
•
- η απόδοση κάποιου χρηματικού ποσού σαν προκαταβολή και ταυτόχρονα σαν εγγύηση ότι ο αγοραστής θα προχωρήσει στην αγορά κάποιου αντικειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπάρωμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπάρωμα | καπαρώματα |
| Γενική | καπαρώματος | καπαρωμάτων |
| Αιτιατική | καπάρωμα | καπαρώματα |
| Κλητική | καπάρωμα | καπαρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →