καπάτσα
•
- οικείοθηλυκό του καπάτσος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπάτσα < καπάτσ(ος) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπάτσα | καπάτσες |
| Γενική | καπάτσας | — |
| Αιτιατική | καπάτσα | καπάτσες |
| Κλητική | καπάτσα | καπάτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →