καπατσοσύνη
•
- το να είναι κάποιος καπάτσος, η ιδιότητα του καπάτσου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπατσοσύνη < καπάτσ(ος) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπατσοσύνη | καπατσοσύνες |
| Γενική | καπατσοσύνης | καπατσοσυνών |
| Αιτιατική | καπατσοσύνη | καπατσοσύνες |
| Κλητική | καπατσοσύνη | καπατσοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →