Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπελίνο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γυναικείο μικρό καπέλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπελίνο < ιταλική cappellino < cappello < υστερολατινική cappellus, υποκοριστικό τής λατινικής cappa < capitulare < capitulum < caput < πρωτοϊταλική *kaput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kauput- / *káput (κεφάλι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπελίνοκαπελίνα
Γενικήκαπελίνουκαπελίνων
Αιτιατικήκαπελίνοκαπελίνα
Κλητικήκαπελίνοκαπελίνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →