καπετάνισσα
•
- επάγγελμαη γυναίκα καπετάνιος Βικιλεξικό
- η σύζυγος καπετάνιου Βικιλεξικό
- ιδιωματικόδυναμική γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπετάνισσα < καπετάνιος + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπετάνισσα | καπετάνισσες |
| Γενική | καπετάνισσας | καπετανισσών |
| Αιτιατική | καπετάνισσα | καπετάνισσες |
| Κλητική | καπετάνισσα | καπετάνισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →