Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπετάνισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαη γυναίκα καπετάνιος Βικιλεξικό
  2. η σύζυγος καπετάνιου Βικιλεξικό
  3. ιδιωματικόδυναμική γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπετάνισσα < καπετάνιος + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπετάνισσακαπετάνισσες
Γενικήκαπετάνισσαςκαπετανισσών
Αιτιατικήκαπετάνισσακαπετάνισσες
Κλητικήκαπετάνισσακαπετάνισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →