καπετανλίκι
•
- λαϊκότροποκαπετανάτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπετανλίκι < καπετάν(ιος) + -λίκι. Δείτε και μεσαιωνικό καπετανίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπετανλίκι | καπετανλίκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καπετανλίκι | καπετανλίκια |
| Κλητική | καπετανλίκι | καπετανλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →