καπιταλάκι
•
- τυπογραφίατυπογραφικό στοιχείο που ανήκει στα κεφαλαία, αλλά έχει μικρότερο μέγεθος από τα υπόλοιπα κεφαλαία της ίδιας γραμματοσειράς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπιταλάκι < αγγλική capital + + υποκοριστικό επίθημα -άκι (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική small caps (πληθυντικός))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπιταλάκι | καπιταλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καπιταλάκι | καπιταλάκια |
| Κλητική | καπιταλάκι | καπιταλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →