καπιταλίστας
•
- ειρωνικόπάμπλουτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπιταλίστας < (άμεσο δάνειο) ιταλική capitalista < λατινική capitalis < caput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *káput
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπιταλίστας | καπιταλίστες |
| Γενική | καπιταλίστα | καπιταλιστών |
| Αιτιατική | καπιταλίστα | καπιταλίστες |
| Κλητική | καπιταλίστα | καπιταλίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →