Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπιταλιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικονομίακεφαλαιοκράτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπιταλιστής < (άμεσο δάνειο) γαλλική capitaliste < λατινική caput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *káput

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπιταλιστήςκαπιταλιστές
Γενικήκαπιταλιστήκαπιταλιστών
Αιτιατικήκαπιταλιστήκαπιταλιστές
Κλητικήκαπιταλιστήκαπιταλιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καπιταλίστης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοκεφαλαιούχος Βικιλεξικό
    • Ο Λεόντιος (Λεβέντης) λέγει, ότι εχρειάζετο να ήξεύρη τι μπορεί να μην βλάπτη και αυτόν κατά τους εμπορικούς νόμους, επειδή αυτός έχει συμφωνητικών γράμμα μετά του εδώ καπιταλίστου του (Αναστάσιος Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Ε΄, Αθήναι, 1872, σελ. 85 https://books.google.gr/books?id=Xaz7UR9wdwsC&dq=%22%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%22&hl=el&pg=PA85#v=onepage&q=%22%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%22&f=false)
    • όπου εκρίνατε εύλογον να γενή εκ μέρος των καπιταλίστων, είναι αναγκαίον , επειδή και δεν ευχαριστήθη εις την απόφασιν όπου έγινε, διά τούτο ζητούν οι καμπιαδόροι σώα τα διάφορα των δύο ταξιδίων (Αρχείον της Κοινότητος Ύδρας, 1778-1832, Τόμοι 1-2, Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας, τύποις Εφημ. Σφαίρας, 1921, σελ. 115)
    • ένα πλήθος των καπιταλίστων , όπου είχαν τα άσπρα τους εις το Μπάγκο, επήγαν να σηκώσουν εκ μιάς εκείθεν τα καπιτάλια τους (Γεώργιος Λάιος, Ο ελληνικός τύπος της Βιέννης από του 1784 μέχρι του 1821, 1961, σελ. 37

Ετυμολογία

καπιταλίστης < (καθαρεύουσα) (άμεσο δάνειο) γαλλική capitaliste < λατινική caput < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *káput

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →