Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπλάνι

/kaˈpla.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θηλαστικό ζώοείδος αιλουροειδούς, πιθανόν τίγρη ή λεοπάρδαλη. Ο όρος είναι περισσότερο αόριστος και μπορεί να περιγράφει διαφορετικό ζώο ανά περίπτωση. Βικιλεξικό
    • Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε στο δάσος ένας τίγρης, ένα καπλάνι όπως το λένε στο νησί μας. (Άλκη Ζέη, Το καπλάνι της βιτρίνας, Αθήνα 1963)
    • 19ος/20ός αιώνας, Λορέντζος Μαβίλης, Νάλας και Νταμαγιάντη, Απόσπασμα από το ινδικό έπος «Μαχαμπχαράτα».

Ετυμολογία

καπλάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kaplan + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπλάνικαπλάνια
Γενικήκαπλανιούκαπλανιών
Αιτιατικήκαπλάνικαπλάνια
Κλητικήκαπλάνικαπλάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →