Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπναγωγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καπνοδόχος Βικιλεξικό
  2. ο σωλήνας που συνδέει τον λέβητα με την καπνοδόχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπναγωγός < καπνός + αγωγός (Λέξη του 1853)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπναγωγόςκαπναγωγοί
Γενικήκαπναγωγούκαπναγωγών
Αιτιατικήκαπναγωγόκαπναγωγούς
Κλητικήκαπναγωγέκαπναγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καπναγωγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου μέσα του διοχετεύεται ο καπνός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπναγωγός < καπνός + αγωγός (Λέξη του 1853)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπναγωγός / καπναγωγόςκαπναγωγός / καπναγωγόςκαπναγωγός / καπναγωγό
Γενικήκαπναγωγούκαπναγωγούκαπναγωγού
Αιτιατικήκαπναγωγόκαπναγωγόκαπναγωγό
Κλητικήκαπναγωγέκαπναγωγέκαπναγωγέ

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπναγωγοίκαπναγωγοίκαπναγωγοί
Γενικήκαπναγωγώνκαπναγωγώνκαπναγωγών
Αιτιατικήκαπναγωγούςκαπναγωγούςκαπναγωγούς
Κλητικήκαπναγωγοίκαπναγωγοίκαπναγωγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →