καπνεμπόρισσα
•
- επάγγελμαθηλυκό του καπνέμπορος Βικιλεξικό
- Κυριακή τον γνώρισα, Κυριακή τον είδα / με μια καπνεμπόρισσα έξω απ' τη Χαλκίδα… (από το τραγούδι «Νύχτα θεά» σε στίχους και μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, 2000)
Ετυμολογία
καπνεμπόρισσα < καπνέμπορος + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνεμπόρισσα | καπνεμπόρισσες |
| Γενική | καπνεμπόρισσας | καπνεμπορισσών |
| Αιτιατική | καπνεμπόρισσα | καπνεμπόρισσες |
| Κλητική | καπνεμπόρισσα | καπνεμπόρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →