καπνιά
•
- μαύρη στάχτη που εναποτίθεται σε διάφορες επιφάνειες (τοίχους, καπνοδόχους), που παράγεται από την ατελή καύση των καύσιμων ουσιών Βικιλεξικό
- Ἀνάριο τὸ σκοτάδι, μισοδιάφανο, μόλις ποὺ τὸν σκεπάζει στὴν καπνιά του. Καὶ τὰ γυμνὰ κλαριὰ σὰν χέρια ὑψώνονται καὶ δέονται στὸ ἄυλο πέρασμά του.
- φυτοπαθολογία: νόσος των φυτών γνωστή επιστημονικά ως άνθρακας αραβοσίτου άλλως ερυσίβη, δαυλίτης. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπνιά < καπνός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνιά | καπνιές |
| Γενική | καπνιάς | καπνιών |
| Αιτιατική | καπνιά | καπνιές |
| Κλητική | καπνιά | καπνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →