Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπνιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν καπνίσει, που έχει υπσοτεί επεξεργασία ή έχει τρόπον τινά μαγειρευτεί με κάπνισμα, συνήθως για τρόφιμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπνιστός < καπνίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπνιστόςκαπνιστήκαπνιστό
Γενικήκαπνιστούκαπνιστήςκαπνιστού
Αιτιατικήκαπνιστόκαπνιστήκαπνιστό
Κλητικήκαπνιστέκαπνιστήκαπνιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπνιστοίκαπνιστέςκαπνιστά
Γενικήκαπνιστώνκαπνιστώνκαπνιστών
Αιτιατικήκαπνιστούςκαπνιστέςκαπνιστά
Κλητικήκαπνιστοίκαπνιστέςκαπνιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →