καπνιστός
•
- που τον έχουν καπνίσει, που έχει υπσοτεί επεξεργασία ή έχει τρόπον τινά μαγειρευτεί με κάπνισμα, συνήθως για τρόφιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπνιστός < καπνίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνιστός | καπνιστή | καπνιστό |
| Γενική | καπνιστού | καπνιστής | καπνιστού |
| Αιτιατική | καπνιστό | καπνιστή | καπνιστό |
| Κλητική | καπνιστέ | καπνιστή | καπνιστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνιστοί | καπνιστές | καπνιστά |
| Γενική | καπνιστών | καπνιστών | καπνιστών |
| Αιτιατική | καπνιστούς | καπνιστές | καπνιστά |
| Κλητική | καπνιστοί | καπνιστές | καπνιστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →