Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπνοπωλείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατάστημα εξειδικευμένο στην πώληση προϊόντων καπνού και ειδών χρήσιμων στους καπνιστές Βικιλεξικό
    • Δίπλα στο καπνοπωλείο είναι το χασαπιό που το κατάλαβε αμέσως γιατί είδες σαλάμια να κρέμονται και μια μηχανή π' αφού την ξέτασε για λίγο, κατάλαβε ότι ήταν μηχανή του Παναγιώτη του χασάπη τους. (Δημήτρης Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος (Σινσινάτι) 3ο τριλογίας, ανάκτηση 3/8/2026 https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%CE%9D%CE%91%CE%A3_%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%99%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3_%CE%9A%CE%9F%CE%A3%CE%9C%CE%9F/riaMhoDhyRQC?hl=en&gbpv=1&pg=PT2&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

καπνοπωλείο < καπνοπώλης + -είο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπνοπωλείοκαπνοπωλεία
Γενικήκαπνοπωλείουκαπνοπωλείων
Αιτιατικήκαπνοπωλείοκαπνοπωλεία
Κλητικήκαπνοπωλείοκαπνοπωλεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →