καπνοσακούλα
•
- σακούλα ή θήκη στην οποία τοποθετούμε καπνό για κάπνισμα (σε στριφτό τσιγάρο, πίπα κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπνοσακούλα < καπνός + -ο- + σακούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνοσακούλα | καπνοσακούλες |
| Γενική | καπνοσακούλας | καπνοσακουλών |
| Αιτιατική | καπνοσακούλα | καπνοσακούλες |
| Κλητική | καπνοσακούλα | καπνοσακούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →