Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπνούρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποπυκνά σύννεφα καπνού στην ατμόσφαιρα Βικιλεξικό
    • Το λιτρουβιό άλεθε. Δυο φωτιές μαύρες εφέγγαν αδύνατα στην καπνούρα που ανάδινε η στια.

Ετυμολογία

καπνούρα < καπν(ός) + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπνούρακαπνούρες
Γενικήκαπνούρας—
Αιτιατικήκαπνούρακαπνούρες
Κλητικήκαπνούρακαπνούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →