καπνούρα
•
- λαϊκότροποπυκνά σύννεφα καπνού στην ατμόσφαιρα Βικιλεξικό
- Το λιτρουβιό άλεθε. Δυο φωτιές μαύρες εφέγγαν αδύνατα στην καπνούρα που ανάδινε η στια.
Ετυμολογία
καπνούρα < καπν(ός) + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπνούρα | καπνούρες |
| Γενική | καπνούρας | — |
| Αιτιατική | καπνούρα | καπνούρες |
| Κλητική | καπνούρα | καπνούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →