καπούτ
•
- που είναι αχρηστευμένος, τελειωμένος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηνεκρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπούτ < (άμεσο δάνειο) γερμανική kaputt (λέξη που μπήκε στο ελληνόγλωσσο λεξιλόγιο την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου) < πιθανόν από τη γαλλική έκφραση être capot
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →