Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπριτσιόζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με καπριτσιόζο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπριτσιόζικος < καπριτσιόζος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπριτσιόζικοςκαπριτσιόζικηκαπριτσιόζικο
Γενικήκαπριτσιόζικουκαπριτσιόζικηςκαπριτσιόζικου
Αιτιατικήκαπριτσιόζικοκαπριτσιόζικηκαπριτσιόζικο
Κλητικήκαπριτσιόζικεκαπριτσιόζικηκαπριτσιόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπριτσιόζικοικαπριτσιόζικεςκαπριτσιόζικα
Γενικήκαπριτσιόζικωνκαπριτσιόζικωνκαπριτσιόζικων
Αιτιατικήκαπριτσιόζικουςκαπριτσιόζικεςκαπριτσιόζικα
Κλητικήκαπριτσιόζικοικαπριτσιόζικεςκαπριτσιόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →