καπριτσιόζικος
•
- που έχει σχέση με καπριτσιόζο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπριτσιόζικος < καπριτσιόζος + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καπριτσιόζικος | καπριτσιόζικη | καπριτσιόζικο |
| Γενική | καπριτσιόζικου | καπριτσιόζικης | καπριτσιόζικου |
| Αιτιατική | καπριτσιόζικο | καπριτσιόζικη | καπριτσιόζικο |
| Κλητική | καπριτσιόζικε | καπριτσιόζικη | καπριτσιόζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καπριτσιόζικοι | καπριτσιόζικες | καπριτσιόζικα |
| Γενική | καπριτσιόζικων | καπριτσιόζικων | καπριτσιόζικων |
| Αιτιατική | καπριτσιόζικους | καπριτσιόζικες | καπριτσιόζικα |
| Κλητική | καπριτσιόζικοι | καπριτσιόζικες | καπριτσιόζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →