Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καπριτσόζος

/ka.pɾiˈt͡so.zos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοάλλη προφορά του καπριτσιόζος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπριτσόζος < καπριτσιόζος κατά την ιταλική προφορά ΔΦΑ : /ka.pritˈt͡ʃo.zo/

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαπριτσόζοςκαπριτσόζοι
Γενικήκαπριτσόζουκαπριτσόζων
Αιτιατικήκαπριτσόζοκαπριτσόζους
Κλητικήκαπριτσόζεκαπριτσόζοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καπριτσόζος

/ka.pɾiˈt͡so.zos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοάλλη προφορά του καπριτσιόζος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καπριτσόζος < καπριτσιόζος κατά την ιταλική προφορά ΔΦΑ : /ka.pritˈt͡ʃo.zo/

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπριτσόζοςκαπριτσόζακαπριτσόζικο / καπριτσόζο
Γενικήκαπριτσόζουκαπριτσόζαςκαπριτσόζικου / καπριτσόζου
Αιτιατικήκαπριτσόζοκαπριτσόζακαπριτσόζικο / καπριτσόζο
Κλητικήκαπριτσόζεκαπριτσόζακαπριτσόζικο / καπριτσόζιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαπριτσόζοικαπριτσόζεςκαπριτσόζικα
Γενικήκαπριτσόζων—καπριτσόζικων
Αιτιατικήκαπριτσόζουςκαπριτσόζεςκαπριτσόζικα
Κλητικήκαπριτσόζοικαπριτσόζεςκαπριτσόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →