καπτάν-
•
- άκλιτο προτακτικό σε παρατακτικά σύνθετα, καπετάν Βικιλεξικό
- είσαι ο καπτάν-φασαρίας της τάξης!
- ως απλό προτακτικό, Βικιλεξικό
- καπτάν Γιώργης
Ετυμολογία
καπτάν- < καπετάν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
καπτάν- < καπετάν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →