καπόνι
•
- ψάριεπίμηκες ψάρι με πλατύ και μεγάλο κεφάλι (Chelidonichthys obscurus: Χελιδωνιχθύς ο σκοτεινός) Βικιλεξικό
- ζωολογίαευνουχισμένος κόκορας (με ιδιαίτερη εκτροφή) Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπρωραίο ξύλινο δοκάρι των ιστιοφόρων για την ανέλκυση της άγκυρας Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμεταλλικός καμπυλόσχημος στρεπτός στύλος που έφεραν παλαιότερα, κατά ζεύγη, τα πλοία, για την ανέλκυση - καθέλκυση λέμβων ή άλλων μικρών φορτίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καπόνι < :* για τον κόκορα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καπόνιν, υποκοριστικό για την ελληνιστική κοινή κάπων, καπον- + -ι < γλώσσα για τη λατινική capo ή :* για τα ψάρια και τον κόκορα < άμεσο δάνειο από τη βενετική capon ή από την ιταλική cappone < λατινική capo :* για τον ναυτικό όρο < άμεσο δάνειο από τη βενετική capon < λατινική capo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καπόνι | καπόνια |
| Γενική | καπονιού | καπονιών |
| Αιτιατική | καπόνι | καπόνια |
| Κλητική | καπόνι | καπόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →