καρίνα
•
- ναυπηγικός όροςτο κατώτερο τμήμα του σκελετού ενός πλοίου ή μιας βάρκας, που εκτείνεται από την πλώρη ως την πρύμνη· αποτελείται από ένα ή από περισσότερα ξύλινα ή σιδερένια δοκάρια και λειτουργεί ως αντίβαρο για την καλύτερη ισορροπία και πλεύση του σκάφους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρίνα < μεσαιωνική ελληνική καρίνα < λατινική carina < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱerh₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρίνα | καρίνες |
| Γενική | καρίνας | — |
| Αιτιατική | καρίνα | καρίνες |
| Κλητική | καρίνα | καρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →