καραβάκι
•
- μικρό καράβι Βικιλεξικό
- Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό; Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι; Άνεμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό, πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;
- μικρογραφία πλοίου, μινιατούρα καραβιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραβάκι < καράβ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραβάκι | καραβάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καραβάκι | καραβάκια |
| Κλητική | καραβάκι | καραβάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →