καραβάνα
•
- κουζινικάη γενική ονομασία για κάθε μεταλλικό σκεύος που έχει λαβή και χρησιμοποιείται σε συσσίτια Βικιλεξικό
- Πήγε στην αποθήκη και χρεώθηκε στρώμα και καραβάνα. Την τέταρτη καραβάνα της φυλακής του. Τις άλλες τρεις τις είχε τρυπήσει. (Μάριος Χάκκας (1993) Αποφυλάκιση [διήγημα])
Ετυμολογία
καραβάνα < (άμεσο δάνειο) ιταλική caravana
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραβάνα | καραβάνες |
| Γενική | καραβάνας | καραβανών |
| Αιτιατική | καραβάνα | καραβάνες |
| Κλητική | καραβάνα | καραβάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →