Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραβάνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εμπόροι ή ταξιδιώτες οι οποίοι ταξίδευαν παλαιότερα οδικώς σαν ομάδα, κυρίως για λόγους ασφαλείας Βικιλεξικό
    • Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27
  2. μειωτικόμπουλούκι τουριστών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καραβάνι < μεσαιωνική ελληνική καραβάνι < περσική کاروان (kârvân)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαραβάνικαραβάνια
Γενικήκαραβανιούκαραβανιών
Αιτιατικήκαραβάνικαραβάνια
Κλητικήκαραβάνικαραβάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →