καραβάς
•
- λαϊκότροποο ναυπηγός Βικιλεξικό
- Αυτή η μικρή καστροπολιτεία από το 1833 μέχρι το 1900 που ξεκίνησε η κρίση της ιστιοφόρου ναυτιλίας, κτίστηκε και πλούτισε χάρη στα καράβια που έφτιαχναν στα ναυπηγεία της, γέμισε «καραβάδες» και... «κατραμόκωλους» όπως τόσο άρεσε στους κατοίκους των γύρω ορεινών χωριών να αποκαλούν περιπαικτικά τους Ελύμνιους. (Βάλυ Βαϊμάκη, Διακοπές Λίμνη Eυβοίας, εφημερίδα Τα Νέα, 11 Νοεμβρίου 2005)
Ετυμολογία
καραβάς < καράβ(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραβάς | καραβάδες |
| Γενική | καραβά | καραβάδων |
| Αιτιατική | καραβά | καραβάδες |
| Κλητική | καραβά | καραβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →