Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καραβίσιος καφές

φράση, αρσενικό
•
  1. ο ελληνικός καφές (τούρκικος καφές) που σερβιριζόταν στα πλοία, με την έννοια του παρασκευασμένου χωρίς φροντίδα, πολύ βρασμένου και χωρίς καϊμάκι· (κατ’ επέκταση) καφές (ρόφημα) χαμηλής ποιότητας Βικιλεξικό
  2. οποιοσδήποτε καφές που σερβίρεται με «τσουχτερή» τιμή, αντίστοιχα μ' εκείνους που σερβίρονται στα πλοία της γραμμής (αεροδρόμια και τουριστικούς χώρους) Βικιλεξικό
    • τον πληρώσαμε καραβίσιο τον καφέ εκεί που κάτσαμε χτες

Ετυμολογία

καραβίσιος καφές → δείτε τις λέξεις καραβίσιος και καφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →