καραβίσιος καφές
•
- ο ελληνικός καφές (τούρκικος καφές) που σερβιριζόταν στα πλοία, με την έννοια του παρασκευασμένου χωρίς φροντίδα, πολύ βρασμένου και χωρίς καϊμάκι· (κατ’ επέκταση) καφές (ρόφημα) χαμηλής ποιότητας Βικιλεξικό
- οποιοσδήποτε καφές που σερβίρεται με «τσουχτερή» τιμή, αντίστοιχα μ' εκείνους που σερβίρονται στα πλοία της γραμμής (αεροδρόμια και τουριστικούς χώρους) Βικιλεξικό
- τον πληρώσαμε καραβίσιο τον καφέ εκεί που κάτσαμε χτες
Ετυμολογία
καραβίσιος καφές → δείτε τις λέξεις καραβίσιος και καφές
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →