καραβανάς
•
- παρωχημένοέφεδρος στρατιώτης ή υπαξιωματικός που παρέμεινε σαν μόνιμος στο στράτευμα Βικιλεξικό
- μειωτικόμόνιμο στέλεχος ανεξαρτήτως προελεύσεως και βαθμού (Αξιωματικός ή Υπαξιωματικός) με κακή νοοτροπία. Βικιλεξικό
- (γενικότερα) κάθε μόνιμος στρατιωτικός
Ετυμολογία
καραβανάς < καραβάν(α) + άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραβανάς | καραβανάδες |
| Γενική | καραβανά | καραβανάδων |
| Αιτιατική | καραβανά | καραβανάδες |
| Κλητική | καραβανά | καραβανάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →