καραβιά
•
- αόριστη ποσότητα πραγμάτων ή ατόμων που θεωρητικά χωράει σε ένα, αορίστου μεγέθους, καράβι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καραβιά < καράβι + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καραβιά | καραβιές |
| Γενική | καραβιάς | καραβιών |
| Αιτιατική | καραβιά | καραβιές |
| Κλητική | καραβιά | καραβιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →